Η Σκηνή του Μαρτυρίου ήταν ένα κινητό ιερό, ένας φορητός ναός των Ισραηλιτών, που τη μετέφεραν όπου κι αν πήγαιναν. Κατασκευάστηκε, με εντολή του Κυρίου, από τον Μωυσή και θεωρήθηκε ως κατοικητήριο του Θεού.

Μέσα της φυλαγόταν η Κιβωτός της Διαθήκης. Για την κατασκευή της οι Ισραηλίτες πρόσφεραν πολύτιμα υφάσματα και κοσμήματα. Ονομάστηκε Σκηνή του Μαρτυρίου, επειδή «μαρτυρούσε», φανέρωνε δηλαδή, την παρουσία του Θεού ανάμεσα στο λαό του.

Οι κατασκευαστές της Κιβωτού και της Σκηνής του Μαρτυρίου, σύμφωνα με τις οδηγίες που πήρε ο Μωυσής από τον Κύριο, ήταν ο Βεσελεήλ, γιος του Ουρείου από τη φυλή Ιούδα, και βοηθός του ο Ελιάβ, γιος του Αχισαμάχ από τη φυλή Δαν (Έξοδος 31,2-7. 37,20). Μάλιστα ο Ελιάβ ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στα υφαντά, τα ραπτά και τα κεντητά κόκκινα λινά υφάσματα (Έξοδος 37,2-7. 37,21).

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Α) ΤΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑΤΑ

Τα παραπετάσματα της σκηνής ήταν κατασκευασμένα από ανθεκτικό λινό, υφασμένο με γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο μαλλί και πάνω τους ήταν κεντημένα Χερουβείμ.

Αποτελούνταν από δέκα τεμάχια, που είχαν μήκος 28 πήχεις και πλάτος 4 πήχεις. Τα πέντε από αυτά ήταν ραμμένα σε μια αυλαία (παραπέτασμα). Το ίδιο και τ’ άλλα πέντε. Οι θηλιές ήταν σε χρώμα γαλάζιο στην άκρη του πρώτου παραπετάσματος της μιας πεντάδας, το ίδιο και στην άκρη του δεύτερου παραπετάσματος της άλλης πεντάδας. Υπήρχαν 50 θηλιές στην άκρη του ενός παραπετάσματος και 50 θηλιές στην άκρη του άλλου παραπετάσματος, έτσι που οι υποδοχές ήταν αντίκρυ και αντιστοιχούσαν μία προς μία. Έπειτα υπήρχαν 50 χρυσοί κρίκοι και πάνω τους ήταν συνδεδεμένα τα δύο παραπετάσματα, έτσι που η σκηνή ήταν ενιαία.

Για την κάλυψη της πρώτης σκηνής κατασκευάστηκε μια δεύτερη σκηνή, η οποία αποτελούνταν από έντεκα τεμάχια από τρίχες κατσίκας. Το μήκος του κάθε τεμαχίου ήταν 30 πήχεις και το πλάτος 4 πήχεις. Τα πέντε από αυτά ήταν ραμμένα σε μια ενιαία αυλαία (παραπέτασμα) και τ’ άλλα έξι σε μία δεύτερη. Το έκτο τεμάχιο του μεγάλου αυτού παραπετάσματος διπλωνόταν στην πρόσοψη της σκηνής.

Όπως στην πρώτη σκηνή, έτσι και στη δεύτερη, υπήρχαν 50 θηλιές στην άκρη του ενός παραπετάσματος και 50 θηλιές στην άκρη του άλλου παραπετάσματος, έτσι που οι υποδοχές ήταν αντίκρυ και αντιστοιχούσαν μία προς μία. Έπειτα υπήρχαν πάλι 50 χρυσοί κρίκοι και πάνω τους ήταν συνδεδεμένα τα δύο παραπετάσματα, έτσι που η σκηνή ήταν ενιαία.

Το κομμάτι που περίσσευε κατά το φάρδος, το αφήνανε να κρέμεται στα πλάγια της σκηνής. Και το κομμάτι που περίσσευε κατά το μήκος, το αφήνανε να κρέμεται έτσι που να καλύπτει το πίσω μέρος της σκηνής. Ο ένας από τους δύο πήχεις, ο οποίος είναι μεγαλύτερος το τρίχινο παραπέτασμα από το εσωτερικό λινό παραπέτασμα κατά το πλάτος, κάλυπτε τα πλάγια της σκηνής, ένα κομμάτι από τη μια πλευρά και ένα από την άλλη.

Επάνω από το τρίχινο αυτό δεύτερο παραπέτασμα, κατασκευάστηκε κι ένα τρίτο παραπέτασμα από δέρματα κριαριών βαμμένα κόκκινα. Και από πάνω κατασκευάστηκε κι ένα τέταρτο παραπέτασμα δερμάτινο σε γαλάζιο χρώμα.

Συνολικά η Σκηνή ήταν καλυμμένη με τέσσερα ξεχωριστά στρώματα, το ένα κεντημένο από λινό ύφασμα, το δεύτερο από τρίχες κατσίκας, το τρίτο από δέρματα κριαριών και το τέταρτο ένα αδιάβροχο κάλυμμα από δέρμα τσακαλιών (Έξοδος 26,1-14).

Για το άνοιγμα της σκηνής κατασκευάστηκε ένα ακόμη παραπέτασμα από ανθεκτικό λινό ύφασμα, από νήμα το οποίο ήταν βαμμένο γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο, καλλιτεχνικά κεντημένο. Το παραπέτασμα αυτό ήταν στερεωμένο πάνω σε 5 επιχρυσωμένες κολόνες από ξύλο ακακίας. Το πάνω μέρος τους ήταν χρυσά, ενώ οι βάσεις τους ήταν από χαλκό (Έξοδος 26,36-37).

Β) Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Ο σκελετός πάνω στον οποίο στηριζόταν η Σκηνή ήταν από ξύλο ακακίας, το οποίο δεν σαπίζει. Το μάκρος κάθε ξύλινης κολόνας (στύλος) ήταν 10 πήχεις και το πλάτος 1,5 πήχη. Κάθε κολόνα είχε στο κάτω άκρο δύο παράλληλες προεξοχές. Υπήρχαν 20 ξύλινες κολόνες για τη βόρεια πλευρά, κι άλλες 20 για τη νότια πλευρά. Ακόμη κατασκευάστηκαν για τη μία πλευρά 40 ασημένιες βάσεις, οι οποίες τοποθετήθηκαν κάτω από τις 20 προεξοχές, δύο βάσεις για τις δυο προεξοχές της κάθε κολόνας. Επίσης κατασκευάστηκαν άλλες τόσες και για την άλλη πλευρά.

Για το πίσω μέρος της Σκηνής, το οποίο ήταν προς τη Δύση, κατασκευάστηκαν 6 κολόνες και άλλες 2 κολόνες για τις γωνίες της Σκηνής, στο πίσω μέρος. Οι γωνιακές αυτές κολόνες ήταν ίσου πάχους και ύψους. Για τις κολόνες αυτές κατασκευάστηκαν 16 ασημένιες βάσεις, οι οποίες τοποθετήθηκαν κάτω από τις προεξοχές της κάθε κολόνας.

Ακόμη κατασκευάστηκαν συνδετικά δοκάρια (μοχλοί) από ξύλο ακακίας, το οποίο δεν σαπίζει. Κατασκευάστηκαν 5 δοκάρια για της μια πλευρά της σκηνής, άλλα 5 για την άλλη πλευρά και άλλα 5 δοκάρια για την πίσω πλευρά, τη δυτική. Το κεντρικό δοκάρι περνούσε μέσα από τις κολόνες οριζόντια από την μία άκρη ως την άλλη.

Οι κολόνες και τα δοκάρια ήταν επιχρυσωμένα, ενώ οι κρίκοι από τους οποίους περνούσαν τα δοκάρια ήταν από χρυσό (Έξοδος 26,15-30. 38,18-21).

Γ) ΤΟ ΚΑΤΑΠΕΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Το καταπέτασμα της Σκηνής ήταν από ανθεκτικό λινό, υφασμένο νήμα, με γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο μαλλί, και πάνω του ήταν κεντημένα Χερουβείμ. Το καταπέτασμα ήταν κρεμασμένο από 4 επιχρυσωμένες κολόνες από ξύλο ακακίας που δεν σαπίζει. Το πάνω μέρος από τις κολόνες αυτές ήταν χρυσό, ενώ οι τέσσερις βάσεις τους ήταν ασημένιες.

Για την ανάρτησή του κατασκεύασαν 5 στύλους. Τα κιονόκρανα των στύλων, οι κρίκοι και οι δοκοί ήταν επιχρυσωμένοι, ενώ οι βάσεις των στύλων ήταν από χαλκό.

Πίσω από το καταπέτασμα στ’ Άγια των Αγίων, ήταν τοποθετημένη η Κιβωτός της Διαθήκης. Το καταπέτασμα χώριζε τα Άγια από τ’ Άγια των Αγίων και έκρυβε την Κιβωτό της Διαθήκης από τα μάτια των ανθρώπων.

Μπροστά από το καταπέτασμα, στη βορινή πλευρά της Σκηνής, βρισκόταν η Τράπεζα της Προθέσεως και απέναντι από την Τράπεζα, στη νότια πλευρά, βρισκόταν η επτάφωτη λυχνία (Έξοδος 26,31-35. 37,1-6).

Δ) Η ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Η αυλή της Σκηνής αποτελούνταν από παραπετάσματα. Η νότια πλευρά της ήταν κλεισμένη με παραπετάσματα από λινό ύφασμα, 100 πήχεις μήκος. Τα παραπετάσματα ήταν στερεωμένα σε 20 στύλους, που θα στηρίζονται σε 20 χάλκινες βάσεις, με άγκιστρα και κρίκους ασημένιους. Το ίδιο και στη βόρεια πλευρά.

Η αυλή προς τη δυτική πλευρά ήταν κλεισμένη με παραπετάσματα 50 πήχεις μήκος, στερεωμένα σε 10 στύλους με τις 10 βάσεις τους. Το ίδιο και η ανατολική πλευρά.

Και από τις δύο πλευρές της πύλης της ανατολικής πλευράς υπήρχαν δύο κλίτη. Το ύψος του παραπετάσματος τους ενός κλίτους ήταν 15 πήχεις, στερεωμένα σε 3 στύλους με τις 3 βάσεις τους. Το ίδιο και το άλλο κλίτος. Στην είσοδο της αυλής υπήρχε παραπέτασμα ύψους 20 πήχεων, από ανθεκτικό λινό, υφασμένο με γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο μαλλί, κεντημένο καλλιτεχνικά. Αυτό το παραπέτασμα ήταν στερεωμένο σε 4 στύλους με τις 4 βάσεις τους.

Όλοι οι στύλοι της αυλής ήταν ασημένιοι. Τα κιονόκρανά τους και τ’ άγκιστρα ήταν ασημένια και οι βάσεις τους χάλκινες. Τα παραπετάσματα της αυλής ήταν από λινό ύφασμα. Είχαν ύψος 5 πήχεις και οι βάσεις τους ήταν από χαλκό. Όλα τα σκεύη της σκηνής και όλοι οι στύλοι της ήταν από χαλκό (Έξοδος 27,9-19. 37,7-19).

Ε) Η ΧΑΛΚΙΝΗ ΛΕΚΑΝΗ

Σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου προς το Μωυσή κατασκευάστηκε μια χάλκινη λεκάνη με χάλκινη βάση για τους καθαρισμούς. Αυτή τοποθετήθηκε ανάμεσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου και στο θυσιαστήριο.

Ο Βεσελεήλ κατασκεύασε τη λεκάνη και τη βάση της, από τα κάτοπτρα των γυναικών, οι οποίες μάλιστα την ημέρα που στήνονταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, νήστεψαν μπροστά στην είσοδό της.

Ο Ααρών και οι γιοι του, και αργότερα όλοι οι αρχιερείς και ιερείς, έπρεπε να πλένουν τα χέρια και τα πόδια τους με νερό, για να μην κινδυνεύσουν να πεθάνουν, κάθε φορά που έμπαιναν στη Σκηνή του Μαρτυρίου ή όταν πλησίαζαν στο θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων για να τελετουργήσουν και να προσφέρουν ολοκαυτώματα στον Κύριο (Έξοδος 30,17-21. 38,26-27).

Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Η Σκηνή αποτελείτο από δύο χώρους, από τους οποίους ο μικρότερος βρισκόταν στο βάθος τής Σκηνής και ονομαζόταν τ’ Άγια των Αγίων. Σε αυτόν τον χώρο επιτρεπόταν να μπει μόνο ο Αρχιερέας, και αυτός μόνον μία φορά τον χρόνο.

Μέσα στα Άγια των Αγίων βρισκόταν η Κιβωτός της Διαθήκης, ένα ορθογώνιο ξύλινο κιβώτιο, καλυμμένο με χρυσάφι, που περιείχε τις δύο πέτρινες πλάκες με τις Δέκα Εντολές, τη στάμνα με το Μάννα καθώς και την ράβδο του Ααρών.

Το Εξωτερικό της Σκηνής μπροστά από τα Άγια των Αγίων βρισκόταν το θυσιαστήριο του θυμιάματος, όπου έκαιγε θυμίαμα κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, και η επτάφωτη λυχνία. Κάθε Σάββατο, όπου ήταν ημέρα ανάπαυσης, δώδεκα άρτοι (ψωμιά), τοποθετούνταν επάνω στην «Τράπεζα της Προθέσεως», ένα για κάθε φυλή, ως προσφορά στον Θεό.

Ένας ξεχωριστό χώρος, περιτριγυρισμένος από παραπετάσματα, αποτελούσε την αυλή που περιέβαλε την Σκηνή του Μαρτυρίου, Είχε μήκος περίπου 50 μέτρα και πλάτος 25. Σ’ αυτήν οι Ιερείς ετοίμαζαν τις θυσίες. Μπροστά από την σκηνή υπήρχε μία τεράστια χάλκινη λεκάνη, όπου σύμφωνα με το τελετουργικό, πλένονταν οι Ιερείς, και το θυσιαστήριο του ολοκαυτώματος, όπου καίγονταν τα ζώα που προσφέρονταν για θυσία.

ΤΟ ΣΤΗΣΙΜΟ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Κυρίου στο Μωυσή, το στήσιμο της Σκηνής του Μαρτυρίου έγινε την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα του δεύτερου έτους της Εξόδου των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Εκεί, πίσω από το καταπέτασμα, τοποθετήθηκε η Κιβωτός της Διαθήκης και μέσα σ’ αυτή οι λίθινες πλάκες με τις 10 εντολές. Μετά τη σκέπασε από τα μάτια των ανθρώπων, όπως είχε πει ο Κύριος στο Μωυσή.

Μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου τοποθετήθηκε ακόμη η Τράπεζα και πάνω της οι άρτοι της Προθέσεως. Απέναντι από την Τράπεζα, στη νότια πλευρά τοποθετήθηκε η Επτάφωτη λυχνία και ο Μωυσής άναψε τους λύχνους ενώπιον του Κυρίου. Μπροστά στο παραπέτασμα που χωρίζει τα Άγια των Αγίων, τοποθετήθηκε το χρυσό Θυσιαστήριο του θυμιάματος και μπροστά στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου τοποθετήθηκε το Θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων.

Αφού σκέπασαν όλη τη Σκηνή του Μαρτυρίου, σύμφωνα με τις οδηγίες του Κυρίου, ο Μωυσής την καθαγίασε και την έχρισε με το άγιο έλαιο, καθώς και όλα τα σκεύη που υπήρχαν μέσα σ’ αυτή. Κατόπιν ο Μωυσής καθαγίασε και έχρισε το Θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων μαζί με όλα τα σκεύη του.

Μετά έφερε στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου τον Ααρών και τους γιους του και τους έπλυνε με νερό. Τους έντυσε με τις ιερατικές στολές και τους έχρισε ώστε να μπορούν να υπηρετούν τον Κύριο ως Ιερείς (Έξοδος 40,1-27).

ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Το χρυσάφι που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή όλων των ιερών σκευών προερχόταν από την αυθόρμητη προσφορά του λαού, το οποίο για όλες τις εργασίες έφτασε τα 29 τάλαντα και 720 σίκλους, με βάση τον ιερό σίκλο. Το ασήμι που συγκεντρώθηκε από την απογραφή των αντρών της κοινότητας έφτασε τα 100 τάλαντα και 1775 σίκλους, με βάση τον ιερό σίκλο. Τα 100 τάλαντα ασήμι δαπανήθηκαν για την κατασκευή των 100 κιονοκράνων της Σκηνής του Μαρτυρίου και του καταπετάσματος, ενώ με τους 1775 σίκλους κατασκευάστηκαν τα άγκιστρα των στύλων. Τους στύλους τους διακόσμησε, ενώ τα κιονόκρανά τους τα επιχρύσωσε.

Ο χαλκός που προσφέρθηκε και δαπανήθηκε έφτασε τα 70 τάλαντα και 1500 σίκλους. Μ’ αυτόν κατασκευάστηκαν οι βάσεις της εισόδου της Σκηνής του Μαρτυρίου, οι στύλοι της αυλής με τις βάσεις τους και το κάλυμμα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, καθώς και όλα τα σκεύη του θυσιαστηρίου (Έξοδος 39,1-12).

ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΛΥΤΡΟ

Κατά την απογραφή των Ισραηλιτών που έγινε στην έρημο, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, ο κάθε Ισραηλίτης, που ήταν από 20 ετών και άνω, έπρεπε να δώσει ένα χρηματικό ποσό, ως αντίλυτρο για τη ζωή του και για την εξιλέωση της ψυχής του στον Κύριο, για να μην πέσει πάνω τους καμιά μάστιγα, εξαιτίας της απογραφής. Το ποσό που αντιστοιχούσε στον καθένα ήταν το μισό του διδράχμου, δηλαδή 10 οβολούς.

Αυτό δινόταν ως προσφορά στον Κύριο, και επιβαλλόταν σε όλους τους Ισραηλίτες από είκοσι ετών και πάνω. Ο καθένας όφειλε να δώσει το συγκεκριμένο ποσό, ούτε οι πλούσιοι μπορούσαν να δώσουν περισσότερο, ούτε οι φτωχοί λιγότερο. Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν χρησιμοποιήθηκαν για τη συντήρηση της Σκηνής του Μαρτυρίου (Έξοδος 30,11-16).

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

Στο βιβλίο της Εξόδου γίνεται λόγος για μια Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά αυτή ήταν προσωρινή ώσπου να κατασκευαστεί η καινούρια. Μετά την απιστία των Ισραηλιτών με το χρυσό μοσχάρι, ο Μωυσής πήρε αυτή την προσωρινή Σκηνή και την τοποθέτησε έξω από το στρατόπεδο.

Όσες φορές πήγαινε ο Μωυσής στη Σκηνή, όλος ο λαός σηκωνόταν και ο καθένας στεκόταν στην πόρτα της σκηνής του και τον παρακολουθούσε ώσπου αυτός να μπει στη Σκηνή. Όταν ο Μωυσής έμπαινε στη Σκηνή, μια στήλη νεφέλης κατέβαινε και στεκόταν στην πόρτα. Και ο Θεός συνομιλούσε με το Μωυσή. Όταν έβλεπε ο λαός τη στήλη της νεφέλης να στέκεται μπροστά στην πόρτα της Σκηνής, σηκώνονταν και προσκυνούσαν, καθένας κοντά στην πόρτα της σκηνής του. Όταν πάλι ο Μωυσής επέστρεφε στο στρατόπεδο, άφηνε στη Σκηνή ως φύλακα, τον Ιησού του Ναυή (Έξοδος 33,7-11).

Την επιστασία της Σκηνής του Μαρτυρίου στην έρημο την είχαν οι Λευίτες και την εποπτεία των Λευιτών την είχε ο Ιθάμαρ, γιος του Ααρών (Έξοδος 37,19).

Όταν οι Ισραηλίτες μπήκαν στη Χαναάν, αρχικά μετέφεραν τη Σκηνή του Μαρτυρίου στη Σηλώ. Ο αρχιερέας Ηλί καθόταν στην πύλη της Σκηνής του Μαρτυρίου, όταν έμαθε ότι η Κιβωτός του Κυρίου έπεσε στα χέρια των Φιλισταίων και ότι οι δυο του γιοι σκοτώθηκαν. Τότε έπεσε από το κάθισμα που καθόταν προς τα πίσω και έσπασε τον τράχηλό του και πέθανε, γιατί ήταν πολύ γέρος και βαρύς (Α’ Βασιλειών 4,3-5. 4,12-18. 10,11-22).

Ο Δαβίδ, μετά τη μεταφορά της Κιβωτού στην Ιερουσαλήμ, τοποθέτησε τον Σαδώκ ως αρχιερέα και τους αδελφούς του ως ιερείς, να υπηρετούν στη Σκηνή του Μαρτυρίου, που βρισκόταν στη Βαμά, κοντά στη Γαβαών, και να προσφέρουν ολοκαυτώματα πρωΐ και βράδυ, σύμφωνα με τα γραμμένα στο Νόμο, που έδωσε ο Κύριος στο όρος Σινά (Α’ Παραλειπομένων 16,39-40). Κατά την εποχή του βασιλιά Δαβίδ, επειδή η Σκηνή του Μαρτυρίου και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, που είχαν κατασκευαστεί στην έρημο από τον Μωυσή, βρίσκονταν σ’ ένα ύψωμα στη Βαμά, κοντά στη Γαβαών, ο Δαβίδ δεν μπορούσε να πάει στο μέρος εκείνο και να ζητήσει με θυσίες το έλεος του Κυρίου, γιατί φοβόταν την απειλητική ρομφαία του αγγέλου (Α’ Παραλειπομένων 21,29-30).

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Σολομώντας πήγε στη Γαβαών, που ήταν χτισμένη σε ύψωμα, για να κάνει εκεί θυσία στον Κύριο, όπου βρισκόταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, που είχε φτιάξει ο Μωυσής στην έρημο. Η Κιβωτός όμως της Διαθήκης βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, όπου την είχε μεταφέρει ο Δαβίδ και την τοποθέτησε σε μια άλλη Σκηνή. Το χάλκινο θυσιαστήριο, το οποίο είχε κατασκευάσει ο Βεσελεήλ, βρισκόταν κι αυτό στη Γαβαών, απέναντι από τη Σκηνή του Μαρτυρίου. Σ’ αυτό το θυσιαστήριο θα γινόταν η θυσία από τον Σολομώντα. Κατά τη θυσία ο Σολομών προσέφερε 1.000 ζώα στο θυσιαστήριο της Γαβαών.

Εκεί ο Κύριος παρουσιάστηκε στο Σολομών στον ύπνο του και τον ρώτησε τι θα προτιμούσε να του χαρίσει, δόξα, πλούτη ή σοφία; Ο Σολομών απάντησε σοφία και γι’ αυτό ο Κύριος ευχαριστημένος από την επιλογή, του χάρισε και τα τρία (Γ’ Βασιλειών 3,4-14. Β’ Παραλειπομένων 1,2-13).